αἰνολαμπής

αἰνο-λαμπής, ές,
A horrid-gleaming, A.Ag.389 (lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αινολαμπής — αἰνολαμπής, ὲς (Α) αυτός που λάμπει φοβερά, τρομακτικά, ολόλαμπρος, ο περίλαμπρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰνὸς + λαμπὴς < λάμπω] …   Dictionary of Greek

  • αἰνολαμπές — αἰνολαμπής horrid gleaming masc/fem voc sg αἰνολαμπής horrid gleaming neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αινός — I Ονομασία αρχαίων πόλεων. 1. Αρχαία πόλη της Θράκης (την αναφέρει ο Όμηρος) στις εκβολές του Έβρου, στην τουρκική σήμερα όχθη του. Φαίνεται πως πριν ακόμα από τη μυκηναϊκή εποχή είχε αποικιστεί από Αιολείς της κυρίως Ελλάδας και των νησιών. Τα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.